Η πρακτική μου αποτελεί μια συνεχή διερεύνηση της οπτικής παλίμψηστης πραγματικότητας μέσα από τη διαλεκτική σχέση ύλης, χρόνου και διαφάνειας. Το έργο μου δεν οικοδομείται μέσω της μάζας, αλλά μέσω της συσσώρευσης: μια σχολαστική διαδικασία διαδοχικών, αραιωμένων επιστρώσεων που μετατρέπουν τον καμβά σε ένα ενεργό αρχείο χειρονομιών. Αντί για την άμεση επιβολή του χρώματος, επιλέγω τη σταδιακή ανάδυσή του. Χρησιμοποιώντας εξαιρετικά ρευστά μέσα, χτίζω την επιφάνεια σε βάθος, επιτρέποντας σε κάθε νέα στρώση να συνομιλεί με την προηγούμενη. Αυτή η τεχνική των διαφανών πέπλων προσδίδει στο έργο ένα εσωτερικό φως και μια αίσθηση ατμοσφαιρικής πυκνότητας, όπου το χρώμα δεν αντανακλάται απλώς στην επιφάνεια, αλλά φαίνεται να εκπορεύεται από τα έγκατα της σύνθεσης.

Η παραγωγική αυτή πορεία είναι μια διαδικασία έντονα βιωματική και χειρωνακτικά επίμοχθη. Η μεγάλη κλίμακα των επιφανειών απαιτεί μια διαρκή φυσική εμπλοκή, όπου το σώμα του καλλιτέχνη κινείται σε απόλυτο συντονισμό με το υπό εξέλιξη σώμα του έργου. Αυτή η σωματικότητα μεταφράζεται στην τελική εικόνα ως μια εγγεγραμμένη ενέργεια· οι πτυχώσεις, τα ανασηκωμένα υλικά και οι ροές της ρευστής χρωστικής μαρτυρούν μια πάλη με την ύλη, προσδίδοντας στη δημιουργία  μνημειακή παρουσία που διεκδικεί τον χώρο γύρω της. Το αποτέλεσμα ισορροπεί ανάμεσα στη γεωμετρική δομή και την οργανική ρευστότητα. Οι ανάγλυφες βάσεις λειτουργούν ως «τοπογραφικά» εμπόδια, καθοδηγώντας την κίνηση των χρωματικών διαλυμάτων. Πρόκειται για μια αφηρημένη χαρτογράφηση που δεν αναπαριστά συγκεκριμένους τόπους, αλλά την ίδια την αίσθηση της πολυπλοκότητας—εκεί όπου το τυχαίο συναντά το προμελετημένο. Για μένα, η ζωγραφική είναι μια ανασκαφή σε αντίστροφη πορεία. Κάθε κομμάτι απαιτεί χρόνο για να αναπνεύσει και να κατασταλάξει, επιβάλλοντας έναν ρυθμό που αντιτίθεται στην ταχύτητα της σύγχρονης εικόνας. Η τελική επιφάνεια διατηρεί μια ευαίσθητη αλλά επιβλητική ποιότητα, προσκαλώντας τον θεατή σε μια βαθιά παρατήρηση των υλικών ιχνών που συνθέτουν το όλον.